Απροστάτευτοι κατά της εποχικής γρίπης είναι οι μισοί ηλικιωμένοι. Μόλις ένα στα δύο άτομα ηλικίας 65 ετών και πάνω κάνουν το εμβόλιο κατά της εποχικής γρίπης.
 
Το ποσοστό των εμβολιασθέντων στην Ελλάδα είναι σαφώς υψηλότερο από το μέσο ευρωπαϊκό (48,9% έναντι 43%), αλλά αφήνει σημαντικά κενά προστασίας σε μία ομάδα που διατρέχει αυξημένο κίνδυνο.
 
Από το σύνολο των 42 ασθενών που απεβίωσαν εξαιτίας επιπλοκών γρίπης την περίοδο 2017 - 2018, μόνον έξι ήταν εμβολιασμένοι. Από τους 107 ασθενείς που νοσηλεύτηκαν την ίδια περίοδο σε μονάδες εντατικής θεραπείας, μόλις 14 είχαν κάνει αντιγριπικό εμβόλιο (13%).
 
Ο ιός της γρίπης βρίσκεται ήδη στη χώρα μας. Σύμφωνα με το εβδομαδιαίο επιδημιολογικό δελτίο του Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ΚΕΕΛΠΝΟ), από η δραστηριότητά του παραμένει σε χαμηλά επίπεδα.
 
Την τελευταία εβδομάδα, έχουν σταλεί για ανάλυση στα Εθνικά Εργαστήρια Αναφοράς Γρίπης 40 "ύποπτα" δείγματα από νοσοκομεία ολόκληρης της χώρας και μόνον ένα δείγμα βρέθηκε θετικό σε ιό της γρίπης. 
 
Παρά τη χαμηλή επίπτωση, οι ειδικοί του ΚΕΕΛΠΝΟ τονίζουν τη σημασία του αντιγριπικού εμβολιασμού ως του καλύτερου τρόπου προφύλαξης.
 
Την Πέμπτη, παρουσιάστηκαν από τη Eurostat τα στοιχεία για τα ποσοστά εμβολιασμού σε ηλικιωμένους. Σε αυτά, δεν περιλαμβάνεται η Ελλάδα, όπως προκύπτει από τον παρακάτω πίνακα.
 
Από τα διαθέσιμα, προκύπτει πως το μέσο ποσοστό εμβολιασμού ηλικιωμένων στην Ευρώπη είναι 43%, με πρώτη χώρα το Ηνωμένο Βασίλειο (71%).
 
 
Η σύγκριση της χώρας μας μπορεί να γίνει με προηγούμενα στοιχείατης Eurostat για το 2014. Όπως φαίνεται από τον παρακάτω πίνακα, η χώρα μας είναι σαφώς πάνω από το μέσο ποσοστό εμβολιασμού ηλικιωμένων (48,9%).
 
Πρόσφατη έρευνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής οδηγεί σε παρόμοια συμπεράσματα, δείχνοντας πως η εμπιστοσύνη των Ελλήνων στους εμβολιασμούς βρίσκεται πάνω από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο.
 
 
Προστασία
 
Οι ειδικοί τονίζουν πως ο έγκαιρος εμβολιασμός είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να προστατευθεί κανείς από τη γρίπη. Συστήνεται να γίνεται κατά τους μήνες Οκτώβριο - Νοέμβριο, κάθε χρόνο, αλλά μπορεί να συνεχίζεται σε όλη τη διάρκεια της περιόδου δραστηριότητας του ιού.
 
Με βάση τα δεδομένα των τελευταίων περιόδων εποχικής γρίπης στη χώρα μας, φαίνεται ότι η επιδημιολογία του νοσήματος, μετά την πανδημία του 2009, έχει πλέον αποκτήσει τα χαρακτηριστικά της συνήθους εποχικής έξαρσης.
 
Αυτό σημαίνει πως η δραστηριότητα της εποχικής γρίπης αρχίζει να αυξάνεται τον Ιανουάριο και η κορύφωσή της καταγράφεται κατά τους μήνες Φεβρουάριο - Μάρτιο. 
 
Στην Ελλάδα, εποχικές εξάρσεις γρίπης εμφανίζονται κατά τους χειμερινούς μήνες (από τον Οκτώβριο έως τον Απρίλιο).
 
Η γρίπη είναι οξεία νόσος του αναπνευστικού συστήματος που προκαλείται από τους ομώνυμους ιούς και μεταδίδεται πολύ εύκολα από το ένα άτομο στο άλλο.
 
Μπορεί να προκαλέσει από ήπια έως και πολύ σοβαρή νόσηση. Οι περισσότεροι υγιείς άνθρωποι την ξεπερνούν χωρίς να παρουσιάσουν επιπλοκές. Ορισμένοι όμως, όπως οι ηλικιωμένοι και άλλα άτομα που ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου, διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο για σοβαρές επιπλοκές.
 
Μετάδοση
 
Οι ενήλικοι μπορεί να μεταδώσουν τη νόσο μία ημέρα πριν αρρωστήσουν έως 5 - 7 μέρες από τη στιγμή που θα εκδηλώσουν τα συμπτώματα. Τα παιδιά και οι ασθενείς με σοβαρή
ανοσοκαταστολή μπορεί να μεταδίδουν για περισσότερο από μία εβδομάδα.
 
Τα συμπτώματα της γρίπης συνήθως ξεκινούν απότομα και περιλαμβάνουν υψηλό πυρετό, πόνουςτων μυών και των αρθρώσεων, πονοκέφαλο, έντονη κόπωση, καταρροή, πονόλαιμο, βήχα (συνήθως ξηρό).
 
Τα παιδιά μπορεί να παρουσιάζουν συμπτώματα από το γαστρεντερικό, όπως ναυτία, εμετούς, διάρροια, ενώ στους ενήλικες τα συμπτώματα αυτά είναι σπάνια.
 
Τα συμπτώματα αρχίζουν 1 - 4 μέρες μετά την προσβολή από τον ιό και διαρκούν 2 -7 ημέρες. Ο βήχας, ωστόσο, μπορεί να επιμένει για αρκετό χρονικό διάστημα.