Η μετρονιδαζόλη είναι ένα αντιφλεγμονώδες φάρμακο που ανήκει στη φαρμακοθεραπευτική
ομάδα των παραγώγων νιτροϊμιδαζόλης, το οποίο έχει επίδραση κυρίως σε αυστηρά αναερόβιους
μικροοργανισμούς. Η δράση αυτή προκαλείται πιθανόν από την αλληλεπίδραση με DNS και
διαφόρους μεταβολίτες.
Η μετρονιδαζόλη έχει αντιβακτηριακές και αντιπρωτοζωϊκές δράσεις και είναι αποτελεσματική
κατά των αναερόβιων βακτηρίων και κατά της Trichomonas vaginalis και άλλων πρωτοζώων,
συμπεριλαμβανομένων των Entamoeba histolytica και Giardia lamblia. Δρα αποτελεσματικά και
επί των υποχρεωτικώς αναερόβιων βακτηρίων, των οποίων η ελάχιστη ανασταλτική πυκνότητα
(MIC) και η ελάχιστη βακτηριοκτόνος πυκνότητα συμπίπτουν, με αποτέλεσμα την ταχύτατη
θεραπευτική ανταπόκριση.
Η μετρονιδαζόλη δεν έχει άμεση ανταπόκριση έναντι των αερόβιων μικροοργανισμών. Τα
αερόβια μικρόβια παραμένουν ανεπηρέαστα από τις συγκεντρώσεις της μετρονιδαζόλης στους
ιστούς. Εμπειρία από ασθενείς οι οποίοι θεραπεύτηκαν με μετρονιδαζόλη έδειξε ότι είναι καλώς
ανεκτό και ότι τα επίπεδα του φαρμάκου στο αίμα και στους ιστούς είναι κατά πολύ υψηλότερα
από εκείνα τα οποία θεωρητικώς απαιτούνται για μία επιτυχή αντιμικροβιακή θεραπεία. Επιπλέον
η μετρονιδαζόλη είναι ικανή να περάσει τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και οι θεραπευτικές
συγκεντρώσεις στα περισσότερα υγρά του σώματος (π.χ. σίελο, χολή, ούρα, αμνιακό υγρό, γάλα
και πύον αποστηματικών κοιλοτήτων) είναι ιδιαίτερα υψηλές.
Αντιμικροβιακό φάσμα:
Οι οριακές τιμές MIC που διαχωρίζουν τους ευαίσθητους από τους μερικώς ευαίσθητους και τους
μερικώς ευαίσθητους από τους ανθεκτικούς μικροοργανισμούς είναι οι ακόλουθες:
S ≤ 4 mg/l και R > 4 mg/l
Η συχνότητα της επίκτητης ανθεκτικότητας μπορεί να ποικίλλει γεωγραφικά και με το χρόνο για
επιλεγμένα είδη και είναι επιθυμητή η κατά τόπους πληροφόρηση, ιδιαίτερα κατά την
αντιμετώπιση σοβαρών λοιμώξεων. Αυτή η πληροφόρηση παρέχει οδηγίες μόνο κατά
προσέγγιση, όσον αφορά στις πιθανότητες που έχει ένας μικροοργανισμός να είναι ευαίσθητος
στη μετρονιδαζόλη ή όχι.









.jpg)









