Εμβοές, Βουίζουν τα αυτιά μου….

Οι εμβοές (βουητά) είναι θόρυβοι (κουδούνισμα, βούισμα, σφύριγμα, βουητό) στα αυτιά ή το κεφάλι ενός ατόμου, όταν δεν υπάρχει σχετική εξωτερική πηγή που να παράγει αυτόν το θόρυβο. Αν και δεν υπάρχει σίγουρη θεραπεία, κάποιες αιτίες των εμβοών είναι θεραπεύσιμες. Οι εμβοές μπορούν να βελτιωθούν και με κάποιες αλλαγές στον τρόπο ζωής. Οι εμβοές δεν είναι μια ασθένεια από μόνη της. Είναι ένα σύμπτωμα της ασθένειας του ατόμου, η οποία μπορεί έχει βάση στα αυτιά, το κεφάλι και τον εγκέφαλο, καθώς και στην ψυχολογία του.


Οι συχνότερες αιτίες εμφάνισης εμβοών είναι η
βαρηκοΐα (οξύ ή χρόνιο ακουστικό τραύμα, πρεσβυακουσία, χρήση ωτοτοξικών φαρμάκων κ.α), παθήσεις αυτιών (ωτοσκλήρυνση, χρόνια μέση ωτίτιδα, νόσος Meniere κ.α), νευρολογικά προβλήματα, ακουστικά νευρινώματα, λήψη φαρμάκων (ψυχιατρικά, νευρολογικά κ.α), υπέρταση, κακώσεις κεφαλής και πολλές άλλες.

Τύποι Εμβοών

Υπάρχουν δύο τύποι εμβοών:

  1. Υποκειμενικές εμβοές – ήχοι που μπορεί να ακουστούν μόνο από εσάς. Είναι ο πιο κοινός τύπος των εμβοών και συνήθως συνδέεται με προβλήματα που επηρεάζουν το σύστημα ακοής σας.

  2. Αντικειμενικές εμβοές – ήχοι που μπορεί να ακουστούν από εσάς ή τον οικογενειακό σας γιατρό, όταν αυτός ή αυτή ακούει μέσα από ένα στηθοσκόπιο που τοποθετείται κοντά στο αυτί σας. Αυτό το είδος των εμβοών είναι λιγότερο συχνό και συνήθως προκαλείται από ένα φυσικό πρόβλημα που παράγει ήχο μέσα ή κοντά στο αυτί. Για παράδειγμα, τα προβλήματα από την στένωση των αιμοφόρων αγγείων σας.

Μια άλλη κατάταξη είναι σε μη σφύζουσες (που είναι συνήθως οι υποκειμενικές) και σε σφύζουσες (που είναι κυρίως οι αντικειμενικές) ανάλογα με το εάν ο ήχος που ακούμε έχει χαρακτήρα σφυγμικό ή μόνιμο.

Η αϋπνία, ο διαταραγμένος ύπνος και η υπερκόπωση συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο όχι μόνο να μολυνθεί κανείς από τον κορωνοϊό, αλλά επίσης να νοσήσει πιο σοβαρά και να δυσκολευθεί περισσότερο να αναρρώσει, σύμφωνα με μια νέα διεθνή επιστημονική μελέτη σε υγειονομικούς.

Υπολογίστηκε μάλιστα ότι κάθε πρόσθετη ώρα βραδινού ύπνου σχετίζεται με κατά 12% μικρότερη πιθανότητα να κολλήσει κάποιος κορωνοϊό. Ο ανεπαρκής και διαταραγμένος ύπνος, καθώς και η υπερκόπωση μέσα στη μέρα έχουν στο παρελθόν συσχετισθεί με αυξημένο κίνδυνο διαφόρων ιογενών και βακτηριακών λοιμώξεων, μεταξύ των οποίων η γρίπη και τα κρυολογήματα, ενώ η νέα έρευνα δείχνει ότι κάτι ανάλογο φαίνεται να συμβαίνει και στην περίπτωση του κορονοϊού.

Πώς η βιταμίνη D επηρεάζει το ανοσοποιητικό σύστημα και ποια είναι η επίδρασή της στην εμφάνιση των αυτοάνοσων νοσημάτων;
Οι επιστήμονες αποκάλυψαν νέες ιδέες για το πώς η βιταμίνη D επηρεάζει το ανοσοποιητικό σύστημα και και ενδέχεται να επιδρά στην ευπάθεια σε νόσους όπως η πολλαπλή σκλήρυνση σύμφωνα με δημοσίευση που έγινε στο Frontiers in Immunology.

Η βιταμίνη D παράγεται από το σώμα και συχνά επιδοκιμάζεται για τα οφέλη που προσφέρει στην υγεία. Οι ερευνητές έχουν βρει επίσης πως επηρεάζει κομβικά κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος.

Αυτή η ανακάλυψη ενδέχεται να εξηγεί το πώς η βιταμίνη D ρυθμίζει τις αντιδράσεις του ανοσοποιητικού οι οποίες εμπλέκονται σε αυτοάνοσα νοσήματα όπως η Πολλαπλή Σκλήρυνση.

Ο καρκίνος του μαστού είναι μια ετερογενής νόσος με πολλούς διαφορετικούς μοριακούς υπότυπους, οι οποίοι κυρίως προσδιορίζονται από την έκφραση των ορμονικών υποδοχέων (HRs) και τον υποδοχέα του ανθρώπινου επιδερμικού αυξητικού παράγοντα -Human Epidermal Growth Factor Receptor 2 (HER2).
Έχει βρεθεί διασταυρούμενη αλληλεπίδραση ανάμεσα στα σηματοδοτικά μονοπάτια που μπορούν θεραπευτικά να στοχευθούν για ασθενείς με HR + και HER2+ μεταστατικό καρκίνο μαστού.
Τρεις τυχαιοποιημένες μελέτες προτείνουν συνδυασμό ενδοκρινικής θεραπείας και αντι  HER2 θεραπείας και όχι χημειοθεραπεία σαν την κατάλληλη πρώτης γραμμής θεραπεία.

 

Η μέχρι τώρα στρατηγική ήταν η χορήγηση χημειοθεραπείας και ο αντι - HER2 παράγοντας. Η εναλλακτική στρατηγική είναι να αρχίσει εκ των προτέρων με έναν αναστολέα αρωματάσης συν ένα αντι - HER2 παράγοντα και,  συνεχίζονται με δύο φάρμακα μέχρι εξέλιξης της νόσου.
Θα πρέπει να εξετάζεται  πάντα η επιλογή της ενδοκρινικής θεραπείας, αν δεν υπάρχει βιασύνη για ύφεση και αν η νόσος είναι ένα πολύ αργά εξελισσόμενη νόσος.
Υπάρχει μια αλληλοπαρεμβολή μεταξύ αυτών των δύο βασικών οδών των κυττάρων του όγκου  των ορμονικών υποδοχέων και της HER2 οδού. Και ξέρουμε πως η απορρύθμιση του ενός από αυτά τα μονοπάτια θα επηρεάσει το άλλο μονοπάτι και θα οδηγήσει σε αντίσταση. Έτσι αν ρυθμίζεται η  αντίσταση και στις δύο οδούς, μπορούμε να έχουμεπραγματικά μια πολύ αποτελεσματική θεραπεία.
Άρα τα άτομα με HER2-θετικό καρκίνο του μαστού θα πρέπει να λαμβάνουν HER2-κατευθυνόμενη θεραπεία.
Για τα άτομα με ER-θετικό καρκίνο που δεν είναι απειλητικός για τη ζωή ή δεν είναι συμπτωματικά, η ορμονική θεραπεία καθώς και η HER2-κατευθυνόμενη θεραπεία (π.χ., lapatinib ή trastuzumab) θα πρέπει να χρησιμοποιούνται.
Για παρόμοιους ασθενείς με ER-αρνητικό καρκίνο, η τραστουζουμάμπη χρησιμοποιείται ως μοναδικός παράγοντας.
Για τα άτομα με συμπτωματική, απειλητική για τη ζωή ασθένεια, ή ασθένεια που αφορά τα σπλαχνικά όργανα (π.χ., ήπαρ ή πνεύμονες),χημειοθεραπεία συνδυασμού με την trastuzumab χρησιμοποιείται από τους περισσότερους. Οι περισσότεροι κλινικοί γιατροί συνδυάζουν HER2-κατευθυνόμενη θεραπεία με χημειοθεραπεία, όπως paclitaxel, docetaxel, βινολερμπίνη, καρμποπλατίνη και γεμσιταμπίνη. Η λαπατινίμπη μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε συνδυασμό με καπεσιταβίνη, αναστολείς αρωματάσης, η πακλιταξέλη, ή trastuzumab. Ενδείκνυται για άτομα που έχουν την εξέλιξη της νόσου στην trastuzumab.
Όποια και αν είναι η θεραπεία θα πρέπει να γίνεται εξατομικευμένα, σύμφωνα με το μοριακό προφίλ του όγκου και πάντα με σεβασμό στην ποιότητα ζωής του ασθενούς.
Βιβλιογραφία
www.peervoice.com

Εξωσωματική με φάρμακα ή χωρίς; Φυσικός κύκλος ή Ελεγχόμενη διέγερση των ωοθηκών;

Όλο και περισσότερα ζευγάρια με προβλήματα γονιμότητας, κάνουν σήμερα πραγματικότητα, το όνειρό τους να γίνουν γονείς, πιο εύκολα και με λιγότερη ταλαιπωρία χάρη στην εξέλιξη των μεθόδων της Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής αλλά και της βιοτεχνολογίας.

Το γεγονός ότι σήμερα μπορούμε να απαντούμε στα ερωτήματα, πότε μια γυναίκα ενδείκνυται να υποβληθεί σε εξωσωματική γονιμοποίηση σε φυσικό κύκλο και πότε πρέπει να πάρει φάρμακα για την ελεγχόμενη διέγερση των ωοθηκών, αντικατοπτρίζει ακριβώς αυτό, ότι σήμερα οι επιλογές που έχουμε στη διάθεσή μας, έχουν αυξήσει σημαντικά τα ποσοστά επιτυχίας της εξωσωματικής, οδηγώντας τα ζευγάρια στο επιθυμητό αποτέλεσμα, που δεν είναι άλλο από την απόκτηση υγιών παιδιών. Για να δούμε όμως τα πλεονεκτήματα και τις ενδείξεις των δύο μεθόδων.

Σε τι μας βοηθούν τα φάρμακα στην εξωσωματική;

Η Λοίμωξη από τον ιό Έμπολα είναι μια σπάνια ασθένεια αλλά θανατηφόρος που προκαλεί αιμορραγία μέσα και έξω από το σώμα.

Καθώς ο ιός εξαπλώνεται μέσω του σώματος, αυτό βλάπτει το ανοσοποιητικό σύστημα και τα όργανα. Τελικά, αυτό προκαλεί αύξηση των επιπέδων των κυττάρων πήξης του αίματος να πέσει. Αυτό οδηγεί σε σοβαρές, ανεξέλεγκτη αιμορραγία.

Η νόσος, επίσης γνωστή ως αιμορραγικός πυρετός Έμπολα ή ιός Έμπολα, σκοτώνει έως και 90% των ανθρώπων που έχουν μολυνθεί.

Ο ιος Έμπολα δεν είναι περισσότερο μεταδοτικός από τους πιο κοινούς ιούς, όπως τα κρυολογήματα, γρίπη, ή ιλαρά . Μεταδίδεται σε ανθρώπους από την επαφή με το δέρμα ή τα σωματικά υγρά από ένα μολυσμένο ζώο, όπως ένας πίθηκος, χιμπατζής, ή νυχτερίδα ή από άτομο σε άτομο με τον ίδιο τρόπο. Επίσης συχνά μολύνονται όσοι περιθάλπτουν ένα άρρωστο άτομο ή θα θάψουν κάποιον που έχει πεθάνει από την ασθένεια. Άλλοι τρόποι μετάδοσης με τον ιό Έμπολα είναι οι μολυσμένες βελόνες ή επιφάνειες. Δεν μεταδίδεται από τον αέρα, το νερό ή φαγητό. Άτομα που έχουν έρθει σε επαφή με τον ιό Έμπολα, αλλά δεν έχουν συμπτώματα δεν μπορούν να μεταδώσουν την ασθένεια, είτε.

Τεστ Παπανικολάου (Παπ-τεστ)

Ονομάζεται έτσι προς τιμήν του ιατρού Γ. Παπανικολάου που το ανακάλυψε. Είναι μια εξέταση που έχει σκοπό την ΠΡΟΛΗΨΗ του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας. Σε συνδυασμό με την γυναικολογική εξέταση είναι η σημαντικότερη προληπτική εξέταση. Μπορεί να ανιχνεύσει βλάβες των κυττάρων του τραχήλου, οι οποίες αν δεν θεραπευθούν, θα οδηγήσουν στον καρκίνο. Κάθε γυναίκα πρέπει να εξετάζεται μια φορά το χρόνο. Η ηλικία έναρξης ορίζεται το αργότερο ένα έτος μετά την πρώτη σεξουαλική επαφή. Αν το τεστ Παπανικολάου δεν είναι τελείως φυσιολογικό, μπορεί να χρειαστούν πρόσθετες εξετάσεις.

Είναι ένας τρόπος εξέτασης κυττάρων που πάρθηκαν από τον τράχηλο της μήτρας. Ο κύριος σκοπός του τεστ είναι να βρει καρκινικά κύτταρα ή αλλαγές στα κύτταρα που μακροπρόθεσμα θα οδηγήσουν σε καρκίνο αν δεν θεραπευτούν έγκαιρα. Πιθανόν επίσης είναι να βρει και άλλες καταστάσεις που δεν συνδέονται με καρκίνο (π.χ. μύκητες, κόκκους κλπ) αλλά δεν είναι αυτός ο σκοπός της εξέτασης.

Το τεστ ΔΕΝ είναι μέθοδος γιά να ανιχνευθούν μικρόβια στον κόλπο (κολπίτις), ΔΕΝ χρησιμεύει γιά να βρεθούν σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, ΔΕΝ χρησιμεύει γιά να βρεθεί η αιτία πόνων «χαμηλά», ΔΕΝ ελέγχει γιατί δεν είναι τακτική η περίοδος, ΔΕΝ βρίσκει των καρκίνο των ωοθηκών ή του ενδομητρίου, ΔΕΝ βρίσκει ινομυώματα, ΔΕΝ βρίσκει κύστεις στις ωοθήκες, ΔΕΝ βρίσκει αν είστε έγκυος κλπ. Γιά όλες αυτές τις καταστάσεις υπάρχουν ειδικές εξετάσεις που ο Γυναικολόγος θα σας προτείνει.

Η έρευνα στον τομέα της σεξουαλικής υγείας είναι ακόμη και σήμερα αρκετά περιορισμένη ως προς την επίδραση του αυνανισμού στην πρώιμη σεξουαλική ανάπτυξη και στην ικανότητα του ατόμου να διατηρεί υγιείς σεξουαλικές σχέσεις στην ενήλικη ζωή.

Πρόκειται για ένα ζήτημα που ιστορικά περιβάλλεται από στίγμα και παρά το γεγονός ότι οι «ιατρικές θεραπείες» έχουν εγκαταλειφθεί εξακολουθεί να αποτελεί ένα επικίνδυνο και άβολο θέμα προς συζήτηση. Το γεγονός ότι δεν συμβάλλει στην αναπαραγωγική διαδικασία έχει ως συνέπεια να θεωρείται κάτι το μη φυσιολογικό ενισχύοντας τους μύθους και την σιγή γύρω από αυτό. Ωστόσο η σιωπή επηρεάζει έντονα την σεξουαλική ανάπτυξη των νέων ανθρώπων.

Ναι, υπάρχει. Δεν ταυτίζεται με την «προδιάθεση» που μπορεί να έχει κάποιος να αναπτύξει διαβήτη (η οποία παραπέμπει περισσότερο σε πιθανότητα με βάση γενετικούς-κληρονομικούς παράγοντες και δεν αποτελεί η ίδια μια διαταραχή). Με τον όρο «προδιαβήτης» χαρακτηρίζονται δύο καταστάσεις, δύο διαταραχές, που παρότι δεν είναι επίσημα διαβήτης, ξεφεύγουν από τα φυσιολογικά όρια του υγιούς και συνοδεύονται από αυξημένη πιθανότητα εκδήλωσης διαβήτη στο μέλλον. 

Αυτές οι καταστάσεις είναι:

 

Διαταραγμένη γλυκόζη νηστείας (IFG - Impaired Fasting Glucose). Ορίζεται ως πρωϊνό σάκχαρο 100-125 mg/dl (νηστικός). Κάτω από 100 είναι το φυσιολογικό, ενώ από 126 και πάνω είναι διαβήτης.

Διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη (IGT - Impaired Glucose Tolerance). Βρίσκεται με τη δοκιμασία ανοχής της γλυκόζης και ορίζεται ως σάκχαρο στις 2 ώρες 140-199 mg/dl. Κάτω από 140 είναι το φυσιολογικό, ενώ πάνω από 200 είναι διαβήτης.

Η Αμερικανική Διαβητολογική Εταιρεία (ADA) έχει συμπεριλάβει σε αυτήν την κατηγορία αυξημένου κινδύνου για ανάπτυξη διαβήτη και όσα (μη διαβητικά) άτομα έχουν γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη μεταξύ 5,7% και 6,4% (στην Ευρώπη όμως η γλυκοζυκιωμένη αιμοσφαιρίνη δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί γι' αυτό το σκοπό).

Από τη στιγμή που θα διαπιστωθεί κάποιο από τα παραπάνω, θα πρέπει να υπάρχει τακτικότερος έλεγχος (τουλάχιστον μια φορά το χρόνο ή το 6/μηνο). Οι καταστάσεις αυτές δεν είναι μόνιμες. Συνήθως μπορούν (και πρέπει) να υποχωρήσουν, κυρίως με σωστή δίαιτα, απώλεια βάρους και συστηματικό πρόγραμμα άσκησης, έτσι ώστε να μην προχωρήσουν σύντομα σε «επίσημο» διαβήτη.

Πώς ξεχωρίζουμε τους διάφορους τύπους διαβήτη;

Από τη στιγμή της διάγνωσης, συνήθως υπάρχει σαφής υποψία (αν όχι βεβαιότητα) για τον τύπο του διαβήτη. Για παράδειγμα, ένας παχύσαρκος μεσήλικας, που δεν αθλείται, έχει οικογενειακό ιστορικό διαβήτη τύπου 2 και ανακάλυψε τον διαβήτη σε τυχαία εξέταση (χωρίς συμπτώματα), σαφώς έχει διαβήτη τύπου 2. Αντίθετα, ένας λεπτόσωμος έφηβος με θορυβώδη και ξαφνική συμπτωματολογία πάσχει από διαβήτη τύπου 1.

Διαφοροδιαγνωστικό πρόβλημα υπάρχει σε περιπτώσεις με ενδιάμεσα ή ασαφή χαρακτηριστικά, συνήθως σε ενηλίκους χωρίς ιδιάιτερα συμπτώματα, όπου συνήθως το ερώτημα είναι αν πρόκειται για διαβήτη τύπου 2 ή για αυτοάνοσο διαβήτη τύπου LADA (ή και τύπου 1). Στις περιπτώσεις αυτές βοηθά η μέτρηση των αυτο-αντισωμάτων (συνηθέστερα AntiGAD-65 και ΙΑ2), τα οποία συνήθως βρίσκονται θετικά σε αυτοάνοσο διαβήτη (σχετικά πρόσφατης έναρξης) αλλά όχι στον τύπο 2. Ο καθορισμός του τύπου με αυτόν τον τρόπο, όχι μόνο θα κατευθύνει τις θεραπευτικές μας επιλογές, αλλά και θα καθορίσει τις παροχές που δικαιούται ο κάθε ασθενής (πχ επίδομα αναπηρίας, συμμετοχή στα φάρμακα κτλ).

Αν ύστερα από κάποιο γεύμα νιώθετε καούρες πίσω από το στέρνο ή τον οισοφάγο, ξινίλες ή δυσκολία στην κατάποση, τότε πάσχετε από γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση.
Αν θέλουμε να ορίσουμε τη γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, ICD-10 K21, θα λέγαμε ότι όξινο γαστρικό περιεχόμενο παλινδρομεί στον οισοφάγο, προκαλώντας συμπτώματα και/ή βλάβη του οισοφαγικού βλεννογόνου. Από τον ορισμό αυτό γίνεται αμέσως φανερό ότι η παρουσία οισοφαγίτιδας δεν είναι προαπαιτούμενο για τη διάγνωση και ότι η εμφάνιση συμπτωμάτων και μόνο αρκεί για να χαρακτηρίσει τους παλινδρομικούς ασθενείς. Σε μερικούς ανθρώπους παρατηρείται ανεπάρκεια του σφιγκτήρα που βρίσκεται μεταξύ οισοφάγου και στομάχου με αποτέλεσμα τα υγρά του στομάχου να ανεβαίνουν προς τα επάνω.
Στον Ελληνικό πληθυσμό καταδεικνύουν ότι το 38% των ατόμων αναφέρει συμπτώματα γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης κάθε εβδομάδα.

Συμπτώματα

Το πιο χαρακτηριστικό σύμπτωμα της νόσου είναι ο οπισθοστερνικός καύσος, ένα υποκειμενικό σύμπτωμα πύρωσης (καύσου) που εντοπίζεται στο επιγάστριο, τη ξιφοειδή απόφυση και το στέρνο. Το 75% των ασθενών με γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση εμφανίζουν οπισθοστερνικό καύσο, ενώ και αντίστροφα το 75% των ασθενών με οπισθοστερνικό καύσο πάσχουν από γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, επομένως το συγκεκριμένο σύμπτωμα είναι αρκετά ειδικό και θεωρείται ότι χαρακτηρίζει τη νόσο. Τυπικά ο οπισθοστερνικός καύσος γίνεται αντιληπτός τουλάχιστον 2-3 φορές την εβδομάδα και εμφανίζεται ή επιδεινώνεται μετά από τη λήψη λιπαρών γευμάτων ή την κατάκλιση. Παράλληλα, η παρουσία παχυσαρκίας, το κάπνισμα, αλλά και η κατανάλωση αλκοόλ αποτελούν επιβαρυντικούς παράγοντες παλινδρόμησης. Άλλα συμπτώματα που μπορεί να υποδηλώνουν παλινδρόμηση είναι οι όξινες ερυγές και ο θωρακικός πόνος, ενώ και εξωοισοφαγικές εκδηλώσεις, όπως βράγχος φωνής ή χρόνιος βήχας μπορεί να παρατηρηθούν.

Σύμφωνα με μια νέα επιστημονική μελέτη που δημοσιεύεται στην επιθεώρηση The Journal of Sexual Research, πολλοί πιστεύουν εσφαλμένα ότι πάσχουν από κάποια μορφή σεξουαλικής δυσλειτουργίας.

Ποια είναι τα πραγματικά στατιστικά και πώς εξηγούνται οι τάσεις αυτές;

Οι ερευνητές ανέλυσαν στοιχεία που αφορούσαν σε 11.509 σεξουαλικά ενεργούς ενήλικες, άντρες και γυναίκες. Πάνω από το 38% των αντρών και το 22% των γυναικών δήλωσαν ότι εκδηλώνουν συμπτώματα τουλάχιστον για μία μορφή σεξουαλικής δυσλειτουργίας.

Ωστόσο, μόλις το 4,2% των αντρών και το 3,6% των γυναικών πληρούσαν τα κριτήρια της σεξουαλικής διαταραχής, όπως αυτή ορίζεται στο Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρίας (DSM).

Σύμφωνα με την τελευταία έκδοση του Εγχειριδίου (DSM-5), για να προκύψει διάγνωση για σεξουαλική δυσλειτουργία πρέπει τα συμπτώματα να επιμένουν για διάστημα τουλάχιστον έξι μηνών και να συνδέονται με κλινικά διαπιστωμένη δυσφορία. Πρέπει, επίσης, τα συμπτώματα να εκδηλώνονται σε κάθε (ή σχεδόν σε κάθε) σεξουαλική επαφή.

Τα ευρήματα αυτά δεν προκαλούν έκπληξη, δηλώνει η κλινική σεξολόγος Ντέμπρα Λαΐνο στο Yahoo Health. «Ορισμένοι άνθρωποι επιζητούν την ‘ταμπέλα’ ώστε να ταυτιστούν με αυτή και να νιώσουν ότι έχουν τον έλεγχο για την επίλυση του προβλήματος», αναφέρει η ειδικός στο πλαίσιο της ερμηνείας των ευρημάτων.

Ωστόσο, ο sex therapist Ίαν Κέρνερ πιστεύει ότι πολλά σεξουαλικά προβλήματα δεν ανταποκρίνονται στα κριτήρια του DSM-5 αλλά απαιτείται να αντιμετωπιστούν επειδή είναι επιβαρυντικά για τον ασθενή. Ενδεικτικά, αναφέρει το παράδειγμα ενός άντρα με στυτική δυσλειτουργία: Για να λάβει διάγνωση βάσει του DSM-5, ο ασθενής πρέπει να εκδηλώνει προβλήματα στύσης για έξι μήνες, σε ποσοστό 75% των σεξουαλικών επαφών του. Εάν όμως αντιμετωπίζει πρόβλημα στύσης για πέντε μήνες σε ποσοστό 50% των σεξουαλικών επαφών του, και πάλι το ζήτημα θα πρέπει να αντιμετωπιστεί.

Η Λαΐνο με τη σειρά της τονίζει ότι τα περισσότερα ήπια προβλήματα σεξουαλικής λειτουργίας επιλύονται με απλούς τρόπους, όπως η καλύτερη επικοινωνία με το σύντροφο, η σωστή διατροφή, η σωματική άσκηση και η αποτελεσματικότερη διαχείριση του στρες.